Γιατί όλο και περισσότεροι νέοι αφήνουν την πόλη και πηγαίνουν να ζήσουν στην επαρχία;

A fork in a rural path with a wooden sign pointing towards the city on one side and the countryside on the other, symbolizing the choice between urban and rural life.

«Εεε, εσύ… ναι, μιλάω σε σένα. Πού θα διάλεγες να ζήσεις;»

Μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες το όνειρο ήταν ένα: να φύγει κανείς από το χωριό και να πάει στην πόλη. Εκεί υπήρχε η δουλειά, οι ευκαιρίες, η «πρόοδος». Η πόλη σήμαινε κίνηση, φώτα, ζωή. Όποιος έμενε στην επαρχία θεωρούνταν πως δεν είχε επιλογές.

Σήμερα όμως βλέπουμε κάτι διαφορετικό. Πολλοί νέοι παίρνουν τον αντίθετο δρόμο. Φεύγουν από την πόλη και αναζητούν μια νέα αρχή στην επαρχία. Δεν είναι μόδα. Δεν είναι πείσμα. Είναι ανάγκη.

Η πόλη δεν είναι όπως παλιά. Οι ρυθμοί έγιναν πιο σκληροί. Οι δουλειές δεν προσφέρουν σιγουριά. Πολλοί εργάζονται πολλές ώρες και στο τέλος του μήνα δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα. Τα ενοίκια ανεβαίνουν, οι λογαριασμοί πιέζουν, και το άγχος γίνεται μόνιμος σύντροφος.

Και δεν είναι μόνο τα χρήματα. Είναι και η καθημερινότητα. Ο θόρυβος, η κίνηση στους δρόμους, ο κακός αέρας, η αίσθηση ότι τρέχεις συνέχεια χωρίς να προλαβαίνεις να ζήσεις πραγματικά. Ζεις ανάμεσα σε χιλιάδες ανθρώπους και όμως πολλές φορές νιώθεις μόνος.

Στην πόλη όμως υπάρχει και μια άλλη, πιο σκοτεινή πλευρά. Η βία αυξάνεται συνεχώς, και ειδικά για τις γυναίκες δεν είναι πάντα ασφαλές να περπατούν μόνες. Ο κίνδυνος να γίνουν στόχος κακοποιών είναι υπαρκτός και καθημερινός. 

Η αίσθηση ασφάλειας που υπήρχε παλιά φθίνει, και μαζί της η ελευθερία να κινείσαι χωρίς φόβο. Στην επαρχία, ευτυχώς, τέτοιες απειλές είναι σπάνιες, και η ηρεμία της φύσης προσφέρει μια αίσθηση προστασίας που στην πόλη έχει χαθεί.

Οι σχέσεις άλλαξαν κι αυτές. Πολλή επικοινωνία γίνεται μέσα από μια οθόνη. Μηνύματα, φωτογραφίες, «ιστορίες» που κρατούν λίγα δευτερόλεπτα. Όμως λείπει η ζεστασιά του βλέμματος, η κουβέντα πρόσωπο με πρόσωπο, το να διαφωνείς και να τα βρίσκετε κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον στα μάτια.

Έτσι, για αρκετούς νέους, η επαρχία αρχίζει να φαίνεται σαν μια ευκαιρία για κάτι πιο αληθινό. Όχι τέλειο. Όχι εύκολο. Αλλά πιο κοντά σε αυτό που έχουν ανάγκη.

Στην επαρχία ο ρυθμός είναι διαφορετικός. Ξυπνάς και ακούς πουλιά αντί για κορναρίσματα. Έχεις χώρο. Μπορείς να καλλιεργήσεις λίγα δικά σου προϊόντα, να ξέρεις τι βάζεις στο τραπέζι σου. Δεν σημαίνει ότι όλα λύνονται μαγικά, αλλά υπάρχει η αίσθηση ότι έχεις περισσότερο έλεγχο στη ζωή σου.

Οι άνθρωποι γνωρίζονται μεταξύ τους. Δεν κρύβονται εύκολα πίσω από ρόλους και εικόνες. Η καθημερινή επαφή δημιουργεί σχέσεις πιο άμεσες. Αυτό για κάποιους είναι στήριγμα. Για άλλους ίσως πίεση. Αλλά είναι αληθινό.

Φυσικά η επαρχία δεν είναι παράδεισος. Οι δουλειές δεν είναι πάντα πολλές. Οι υπηρεσίες μπορεί να είναι πιο περιορισμένες. Χρειάζεται υπομονή και προσαρμογή. Η ζωή εκεί απαιτεί συμμετοχή, όχι απλώς παρουσία.

Και εδώ είναι το σημαντικό: δεν υπάρχει σωστό και λάθος. Υπάρχουν ανάγκες. Υπάρχουν άνθρωποι που κουράστηκαν από την ένταση της πόλης και άλλοι που νιώθουν ότι η επαρχία δεν τους δίνει τις δυνατότητες που ονειρεύονται.

Ίσως τελικά το ζήτημα δεν είναι αν η πόλη είναι καλύτερη από την επαρχία ή το αντίστροφο. Το ζήτημα είναι τι λείπει από τον καθένα και τι ψάχνει για να νιώσει ότι ζει με αξιοπρέπεια, ηρεμία και προοπτική.

Ας δούμε όμως και την άλλη πλευρά. Γιατί υπάρχουν νέοι που κάνουν το αντίθετο; Που μεγαλώνουν σε χωριό και λένε: «Θέλω να φύγω, θέλω κάτι περισσότερο»;

Στην επαρχία η ζωή μπορεί να είναι ήρεμη, αλλά δεν προσφέρει πάντα επιλογές. Ένα παιδί που αγαπά την τεχνολογία, τη μουσική, το θέατρο ή θέλει να σπουδάσει μια ειδικότητα που δεν υπάρχει κοντά του, τι θα κάνει; Θα χρειαστεί να φύγει. Όχι γιατί δεν αγαπά τον τόπο του, αλλά γιατί θέλει να εξελιχθεί.

Φαντάσου έναν νέο που τελείωσε το σχολείο σε ένα μικρό χωριό. Οι επιλογές εργασίας είναι λίγες: ίσως ένα κατάστημα, λίγες αγροτικές δουλειές, ίσως μια μικρή οικογενειακή επιχείρηση. Αν όμως ονειρεύεται να γίνει προγραμματιστής, γιατρός ή να εργαστεί σε μια μεγάλη εταιρεία, η πόλη του δίνει αυτή τη δυνατότητα. Του ανοίγει πόρτες που στο χωριό απλώς δεν υπάρχουν.

Υπάρχει και κάτι άλλο που συχνά δεν λέγεται: η ανάγκη για ανωνυμία. Στο χωριό όλοι γνωρίζονται. Αυτό δημιουργεί ζεστασιά, αλλά κάποιες φορές και πίεση. Αν κάνεις κάτι διαφορετικό, αν σκεφτείς αλλιώς, αν αλλάξεις τρόπο ζωής, μπορεί να νιώσεις ότι σε παρακολουθούν. Στην πόλη, αντίθετα, μπορείς να ξεκινήσεις από την αρχή χωρίς να σε γνωρίζει κανείς. Για κάποιους αυτό είναι ελευθερία.

Και φυσικά υπάρχουν οι υπηρεσίες. Ένα νοσοκομείο με περισσότερες ειδικότητες, καλύτερες συγκοινωνίες, σχολές, δραστηριότητες για παιδιά. Μια μητέρα μπορεί να επιλέξει την πόλη όχι επειδή της αρέσει ο θόρυβος, αλλά επειδή θέλει περισσότερες ευκαιρίες για τα παιδιά της.

Βλέπεις λοιπόν πως και οι δύο επιλογές έχουν λόγο ύπαρξης. Ένας νέος που φεύγει από την πόλη για το χωριό μπορεί να λέει: «Θέλω να αναπνεύσω». Ένας άλλος που φεύγει από το χωριό για την πόλη μπορεί να λέει: «Θέλω να προχωρήσω».

Το λάθος ξεκινά όταν νομίζουμε ότι η μία πλευρά είναι ανώτερη από την άλλη. Δεν είναι διαγωνισμός. Είναι διαφορετικές ανάγκες σε διαφορετικές φάσεις ζωής.

Υπάρχει όμως ένα σημείο που αξίζει προσοχής. Όποιος φεύγει από έναν τόπο, δεν πρέπει να μεταφέρει μαζί του ό,τι τον πλήγωσε εκεί. Αν κάποιος κουράστηκε από την ψυχρότητα της πόλης και πάει στο χωριό, αλλά συνεχίζει να ζει κλεισμένος στον εαυτό του, τότε τίποτα δεν αλλάζει. Αν κάποιος έφυγε από το χωριό γιατί ένιωθε περιορισμό και στην πόλη αρχίσει να ζει με αδιαφορία για τους άλλους, πάλι κάτι χάνεται.

Ίσως αυτό που διδάσκει αυτή η «αντιστροφή» είναι η ανάγκη για ισορροπία. Να κρατήσουμε από την επαρχία την απλότητα, τη σχέση με τη γη, την ανθρώπινη επαφή. Και από την πόλη τις ευκαιρίες, την εξέλιξη, το άνοιγμα στον κόσμο.

Γιατί στο τέλος δεν είναι το μέρος που σώζει τον άνθρωπο. Είναι ο τρόπος που επιλέγει να ζήσει μέσα σε αυτό.

Υπάρχει όμως και μια βαθύτερη αλλαγή που δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά. Οι νέοι σήμερα δεν σκέφτονται όπως οι προηγούμενες γενιές. Δεν τους αρκεί μόνο μια δουλειά και ένας μισθός. Αναζητούν νόημα σε αυτό που κάνουν. Θέλουν να βλέπουν αποτέλεσμα, να συμμετέχουν ενεργά στη ζωή τους και όχι απλώς να ακολουθούν ένα πρόγραμμα που κάποιος άλλος όρισε.

Στην πόλη πολλές φορές η εργασία είναι εξειδικευμένη αλλά απομακρυσμένη από το τελικό αποτέλεσμα. Κάποιος μπορεί να δουλεύει όλη μέρα μπροστά σε μια οθόνη και στο τέλος να μην νιώθει ότι δημιούργησε κάτι απτό. Αντίθετα, στην επαρχία, ακόμη και μια μικρή καλλιέργεια ή μια οικογενειακή δραστηριότητα δείχνει άμεσα καρπούς. Βλέπεις αυτό που παράγεις. Το αγγίζεις. Το ζεις.

Ένα άλλο στοιχείο που αλλάζει είναι η σχέση με την ιδιοκτησία. Στην πόλη πολλοί νέοι γνωρίζουν ότι δύσκολα θα αποκτήσουν δικό τους σπίτι. Τα ενοίκια απορροφούν μεγάλο μέρος του εισοδήματος και η ιδέα της μόνιμης σταθερότητας μοιάζει μακρινή. Στην επαρχία, ακόμη και με μικρότερο εισόδημα, η προοπτική ενός δικού σου χώρου φαίνεται πιο εφικτή. Και αυτό δημιουργεί αίσθηση ρίζας και συνέχειας.

Υπάρχει επίσης μια επιστροφή στις παραδόσεις, αλλά όχι από ρομαντισμό. Όταν ένας νέος μαθαίνει να φτιάχνει ψωμί, να καλλιεργεί λαχανικά ή να αξιοποιεί τοπικά προϊόντα, δεν το κάνει για να «παίξει» τον παλιό. Το κάνει γιατί βλέπει πρακτικό όφελος. Μειώνει έξοδα, τρέφεται καλύτερα, γίνεται πιο αυτάρκης. Η παράδοση μετατρέπεται σε εργαλείο, όχι σε νοσταλγία.

Και εδώ εμφανίζεται κάτι ενδιαφέρον: δεν πρόκειται για επιστροφή στο παρελθόν, αλλά για συνδυασμό. Πολλοί νέοι που ζουν στην επαρχία χρησιμοποιούν την τεχνολογία για να πουλήσουν προϊόντα, να εργαστούν εξ αποστάσεως, να επικοινωνούν με πελάτες σε άλλες πόλεις ή χώρες. Δηλαδή δεν απορρίπτουν τον σύγχρονο κόσμο, τον προσαρμόζουν στις ανάγκες τους.

Αυτό δείχνει ότι η επιλογή δεν είναι φυγή. Είναι αναπροσαρμογή.

Ας φανταστούμε δύο νέους ανθρώπους της ίδιας ηλικίας. Ο ένας ζει στην πόλη, ο άλλος στην επαρχία. Και οι δύο ξυπνούν το πρωί με τις ίδιες ανησυχίες: πώς θα προχωρήσω; Πώς θα σταθώ οικονομικά; Πώς θα χτίσω το μέλλον μου;

Στην πόλη η μέρα ξεκινά γρήγορα. Μετακινήσεις, ραντεβού, υποχρεώσεις. Ο χρόνος μετριέται σε λεπτά. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η κούραση. Είναι ότι πολλές φορές δεν υπάρχει χώρος για σκέψη. Όλα κινούνται γρήγορα και αν δεν ακολουθήσεις τον ρυθμό, μένεις πίσω.

Στην επαρχία ο ρυθμός είναι διαφορετικός, αλλά οι ευθύνες δεν είναι λιγότερες. Αν κάποιος επιλέξει να καλλιεργήσει, να ασχοληθεί με μικρή παραγωγή ή να ανοίξει μια μικρή επιχείρηση, δεν έχει σταθερό ωράριο. Αν βρέξει, αν χαλάσει ο εξοπλισμός, αν αλλάξει η τιμή της αγοράς, πρέπει να βρει λύση μόνος του. Η ηρεμία της φύσης δεν σημαίνει απουσία άγχους. Σημαίνει διαφορετικό είδος ευθύνης.

Υπάρχει επίσης το θέμα της κοινωνικής ζωής. Στην πόλη μπορείς να βγεις και να γνωρίσεις νέους ανθρώπους κάθε εβδομάδα. Αυτό δημιουργεί ποικιλία, αλλά όχι πάντα βάθος. Στην επαρχία οι γνωριμίες είναι λιγότερες, όμως διαρκούν περισσότερο. Αν τσακωθείς με κάποιον, δεν μπορείς απλώς να τον «σβήσεις» από τη ζωή σου. Θα τον ξαναδείς. Αυτό σε αναγκάζει να μάθεις να συζητάς, να διορθώνεις, να συμβιβάζεσαι.

Κάτι ακόμα που αλλάζει είναι η σχέση με τον χρόνο. Στην πόλη ο χρόνος είναι χρήμα. Στην επαρχία ο χρόνος συνδέεται περισσότερο με τις εποχές. Με το πότε θα σπείρεις, πότε θα θερίσεις, πότε θα προετοιμαστείς για τον χειμώνα. Αυτή η σύνδεση δίνει μια διαφορετική αίσθηση συνέχειας. Δεν ζεις μόνο για το επόμενο Σαββατοκύριακο, αλλά μέσα σε έναν κύκλο.

Και όμως, ούτε εκεί όλα είναι ιδανικά. Ένας νέος που έχει μεγαλώσει με πολλές επιλογές διασκέδασης και δραστηριοτήτων ίσως νιώσει περιορισμό. Μπορεί να του λείψει η ποικιλία, η δυνατότητα να αλλάζει περιβάλλον χωρίς μεγάλη μετακίνηση. Η καθημερινότητα μπορεί να γίνει μονότονη αν δεν έχει εσωτερικό κίνητρο.

Βλέπουμε λοιπόν ότι κάθε επιλογή φέρνει μαζί της κέρδη αλλά και απαιτήσεις. Δεν πρόκειται για εύκολη λύση. Είναι απόφαση που δοκιμάζει τον χαρακτήρα.

Ένα στοιχείο που συχνά παραβλέπεται είναι η επίδραση αυτής της επιλογής στις οικογένειες. Όταν ένα ζευγάρι αποφασίζει να φύγει από την πόλη και να εγκατασταθεί στην επαρχία, δεν αλλάζει μόνο διεύθυνση. Αλλάζει ολόκληρη η καθημερινή δομή της ζωής. 

Τα παιδιά μεγαλώνουν σε διαφορετικό περιβάλλον. Παίζουν περισσότερο έξω, έχουν άμεση επαφή με τη φύση, γνωρίζουν από μικρά πώς παράγεται η τροφή. Αυτό τους δημιουργεί μια αίσθηση ευθύνης και συμμετοχής.

Από την άλλη πλευρά, η πόλη προσφέρει στα παιδιά μεγαλύτερη ποικιλία δραστηριοτήτων. Ξένες γλώσσες, αθλητικά κέντρα, καλλιτεχνικά εργαστήρια. Ένα παιδί που έχει κλίση σε κάτι συγκεκριμένο ίσως βρει πιο εύκολα καθοδήγηση. Εδώ λοιπόν η απόφαση δεν είναι απλή. Οι γονείς ζυγίζουν τι θεωρούν πιο σημαντικό: το περιβάλλον ή τις ευκαιρίες.

Υπάρχει και το θέμα της ανθεκτικότητας, δηλαδή της ικανότητας να αντέχεις και να προσαρμόζεσαι. Στην επαρχία συχνά μαθαίνεις να λύνεις πρακτικά προβλήματα μόνος σου. Αν χαλάσει κάτι στο σπίτι, δεν περιμένεις πάντα ειδικό. Προσπαθείς. Αν υπάρξει δυσκολία στην παραγωγή, ψάχνεις εναλλακτική. Αυτό καλλιεργεί αυτοπεποίθηση.

Στην πόλη, από την άλλη, μαθαίνεις να συνεργάζεσαι με πολλούς διαφορετικούς ανθρώπους, να λειτουργείς μέσα σε ομάδες, να ανταποκρίνεσαι σε απαιτητικά περιβάλλοντα. Αναπτύσσεις άλλου είδους δεξιότητες. Καμία από τις δύο δεν είναι ανώτερη. Είναι διαφορετικές.

Αξίζει επίσης να δούμε την οικονομική πλευρά πιο ρεαλιστικά. Στην επαρχία το κόστος ζωής μπορεί να είναι χαμηλότερο, όμως τα έσοδα δεν είναι πάντα σταθερά. Ένας νέος που βασίζεται σε εποχική εργασία ή μικρή παραγωγή πρέπει να κάνει σωστό προγραμματισμό. Δεν υπάρχει η ασφάλεια ενός σταθερού μισθού κάθε μήνα. Χρειάζεται οργάνωση και υπομονή.

Στην πόλη υπάρχει συχνά σταθερό εισόδημα, αλλά και υψηλές υποχρεώσεις. Το ενοίκιο, οι μετακινήσεις, οι καθημερινές ανάγκες δημιουργούν μόνιμη πίεση. Έτσι, ακόμη και με καλύτερο μισθό, το περιθώριο αποταμίευσης μπορεί να είναι μικρό.

Ένα ακόμη σημείο που δεν συζητείται αρκετά είναι η ψυχική ηρεμία. Δεν μιλάμε για θεωρίες, αλλά για απλά πράγματα. Το να μπορείς να περπατήσεις χωρίς βιασύνη. Να γνωρίζεις τους γείτονές σου. Να αισθάνεσαι ότι αν χρειαστείς βοήθεια, κάποιος θα σε στηρίξει. Για κάποιους αυτό είναι ανεκτίμητο.

Για άλλους όμως η ενέργεια της πόλης είναι πηγή δύναμης. Η κίνηση, οι νέες ιδέες, οι συνεχείς αλλαγές τους κρατούν ζωντανούς. Αν τους απομακρύνεις από αυτό το περιβάλλον, μπορεί να νιώσουν στασιμότητα.

Κι όμως, υπάρχουν και στοιχεία που ενώνουν την πόλη με την επαρχία. Σε κάθε τόπο, οι άνθρωποι θέλουν να ζουν με αξιοπρέπεια, να έχουν σχέσεις που τους στηρίζουν, να βρίσκουν νόημα στη δουλειά και την καθημερινότητά τους. Η ανάγκη για επαφή, για ασφάλεια, για δημιουργία και προσωπική ανάπτυξη δεν αλλάζει. Απλώς οι συνθήκες και οι τρόποι που την καλύπτουμε διαφέρουν από το ένα περιβάλλον στο άλλο.

Τελικά, κάθε τόπος διαμορφώνει διαφορετικό χαρακτήρα. Η επαρχία σε διδάσκει υπομονή και σταθερότητα. Η πόλη σε διδάσκει ταχύτητα και προσαρμογή. Το ερώτημα δεν είναι ποιο μάθημα είναι καλύτερο ή πιο χρήσιμο. Το ερώτημα είναι πώς ο καθένας μας παίρνει αυτά που χρειάζεται από τον τόπο όπου ζει, πώς τα εφαρμόζει στη ζωή του και πώς τα συνδυάζει με τις δικές του ανάγκες και επιθυμίες. 

Στο τέλος, δεν είναι η πόλη ή η επαρχία που καθορίζει την ποιότητα της ζωής μας, αλλά ο τρόπος που επιλέγουμε να ζούμε μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η στάση μας απέναντι στις δυσκολίες και η ικανότητά μας να βρίσκουμε νόημα και πληρότητα σε ό,τι κάνουμε καθημερινά.

Οι εικόνες που ακολουθούν δεν δίνουν έτοιμες απαντήσεις, ίσως όμως σε βοηθήσουν να νιώσεις πιο καθαρά ποιος τόπος σου ταιριάζει πραγματικά.

     
Η μετακόμιση από την πόλη στην επαρχία ή το αντίστροφο είναι μια μικρή μετανάστευση, που όμως μπορεί να ταράξει τη ζωή των ανθρώπων. Σκεφτείτε τώρα όσους διανύουν τεράστιες αποστάσεις, μακριά από την πατρίδα τους – οι μετανάστες που αναζητούν μια καλύτερη ζωή, συχνά μακριά από πολέμους.