Κοντά σε αργίες, στην Ιταλία οι συντάξεις πληρώνονται καθυστερημένα, ενώ στην Ελλάδα πάντα νωρίτερα. Γιατί;

Μια διαφορά που στην Ιταλία επηρεάζει αρνητικά τους συνταξιούχους, ενώ στην Ελλάδα τους ωφελεί. 


Comparison of pension payment timing: in Italy pensions are paid late (red calendar day) while in Greece pensions are paid early (green calendar day), showing the difference in citizen support

Στην Ιταλία οι συνταξιούχοι έχουν μάθει, εδώ και χρόνια, να ζουν με μια σταθερή αλλά άκαμπτη πραγματικότητα: η σύνταξη καταβάλλεται σχεδόν πάντα την πρώτη ημέρα του μήνα, ακόμα κι όταν αυτή συμπίπτει με αργία, Σαββατοκύριακο ή περίοδο αυξημένων εξόδων το σύστημα δεν δείχνει καμία ευελιξία.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, αντί να υπάρχει μια ουσιαστική πρόβλεψη υπέρ των πολιτών, η πληρωμή μετατίθεται απλώς μετά, ποτέ όμως πριν, σαν να μην αλλάζει τίποτα στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων.

Κι όμως, ακριβώς σε αυτές τις στιγμές αρχίζουν τα πραγματικά προβλήματα.

Αυτό σημαίνει ότι χιλιάδες ηλικιωμένοι βρίσκονται ξαφνικά να περιμένουν μέρες χωρίς χρήματα, ακριβώς στις πιο δύσκολες στιγμές: στο τέλος του μήνα, όταν τα έξοδα έχουν ήδη συσσωρευτεί και οι υποχρεώσεις δεν μπορούν να περιμένουν.

Μια καθημερινή δυσκολία που δεν είναι θεωρητική

Δεν μιλάμε για θεωρίες ή για οικονομικούς δείκτες. Μιλάμε για την καθημερινή ζωή.

Οι λογαριασμοί δεν περιμένουν, το ενοίκιο έχει ημερομηνία, τα φάρμακα χρειάζονται χρήματα στο ταμείο και το σούπερ μάρκετ δεν κάνει εκπτώσεις στην ανάγκη. Όλα έχουν συγκεκριμένες ημερομηνίες.

Όταν η σύνταξη καθυστερεί έστω και λίγες ημέρες, δεν είναι μια αφηρημένη ενόχληση. Είναι μια συγκεκριμένη δυσκολία που αγγίζει άμεσα την καθημερινότητα.

Δεν μπορεί να “μεταφέρει” τα έξοδα, ούτε να ζητήσει κατανόηση από τις εταιρείες ή τα φαρμακεία.

Έτσι, ο συνταξιούχος βρίσκεται συχνά εγκλωβισμένος σε ένα τέλος μήνα γεμάτο άγχος, χωρίς περιθώρια ελιγμών. Και όσο πιο συχνά επαναλαμβάνεται αυτή η κατάσταση, τόσο πιο έντονο γίνεται το αίσθημα ανασφάλειας και εγκατάλειψης. Δεν είναι απλώς οικονομικό θέμα, είναι θέμα αξιοπρέπειας.

Αυτό μας οδηγεί αναπόφευκτα στο πώς το κράτος αντιμετωπίζει αυτό το πρόβλημα.

Η ιταλική λογική της αυστηρής γραφειοκρατίας

Το ιταλικό σύστημα παραμένει δεμένο σε μια γραφειοκρατική λογική που δίνει προτεραιότητα στη διαδικασία και όχι στον άνθρωπο.

Η ημερομηνία πληρωμής θεωρείται “τεχνικό ζήτημα” και όχι κοινωνικό. Έτσι, δεν προβλέπεται καμία πραγματική ευελιξία υπέρ των συνταξιούχων, ακόμα κι όταν είναι απολύτως λογικό και εφικτό να καταβληθεί η σύνταξη λίγες ημέρες νωρίτερα.

Δεν υπάρχει ουσιαστική πρόβλεψη για να προστατευτεί ο συνταξιούχος στις πιο ευαίσθητες ημέρες του μήνα, παρότι το κράτος γνωρίζει πολύ καλά τις οικονομικές δυσκολίες της τρίτης ηλικίας.

Το αποτέλεσμα είναι ένα κράτος που δείχνει να ξεχνά ότι οι συνταξιούχοι δεν είναι αριθμοί, αλλά άνθρωποι που έχουν ήδη προσφέρει μια ολόκληρη ζωή εργασίας.

Αυτή η στάση δημιουργεί την αίσθηση ότι το σύστημα λειτουργεί για τον εαυτό του και όχι για τους ανθρώπους που το στήριξαν μια ζωή με την εργασία τους.

Και τότε η σύγκριση με άλλες χώρες έρχεται αυθόρμητα.

Η διαφορετική προσέγγιση της Ελλάδας

Στην Ελλάδα, αντίθετα, η εικόνα είναι διαφορετική και η πολιτική απέναντι στους συνταξιούχους ακολουθεί μια πιο ανθρώπινη λογική.

Όταν η ημερομηνία πληρωμής πλησιάζει σε αργίες ή μη εργάσιμες ημέρες, οι συντάξεις καταβάλλονται νωρίτερα, ακριβώς για να αποφευχθούν οι δυσκολίες.

Η λογική είναι απλή και κατανοητή: το κράτος αναγνωρίζει ότι ο συνταξιούχος πρέπει να έχει χρήματα εγκαίρως, πριν δημιουργηθεί το πρόβλημα, όχι μετά, ώστε να μπορεί να οργανώσει τη ζωή του χωρίς πίεση.

Δεν πρόκειται για προνόμιο, αλλά για μια στοιχειώδη μορφή σεβασμού προς ανθρώπους που δεν έχουν πλέον εναλλακτικές πηγές εισοδήματος.

Αυτή η επιλογή δεν είναι πολυτέλεια. Είναι μια σαφής δήλωση: ο ηλικιωμένος πολίτης δεν πρέπει να πιέζεται οικονομικά στο τέλος κάθε μήνα, αλλά να μπορεί να ζει με μια στοιχειώδη ηρεμία.

Δύο χώρες, δύο νοοτροπίες

Η σύγκριση ανάμεσα στην Ιταλία και την Ελλάδα δεν αφορά μόνο τις ημερομηνίες πληρωμής. Αφορά τη συνολική νοοτροπία απέναντι στη σύνταξη και στην τρίτη ηλικία.

Στην Ιταλία κυριαρχεί η ακαμψία και η καθυστέρηση. Στην Ελλάδα υπάρχει πρόνοια και πρόληψη.

Η διαφορά δεν βρίσκεται στα ποσά, αλλά στη νοοτροπία: στο αν το κράτος βλέπει τον συνταξιούχο ως κόστος ή ως άνθρωπο που χρειάζεται στήριγμα.

Και ακριβώς από αυτή τη διαφορά ξεκινά μια αλυσίδα συνεπειών που οδηγεί πολλούς Ιταλούς συνταξιούχους να κοιτάξουν πέρα από τα σύνορα, να σκέφτονται αν η ζωή τους θα μπορούσε να είναι πιο σταθερή και πιο ανθρώπινη αλλού.

Όταν οι συντάξεις φεύγουν στο εξωτερικό: μια χαμένη ευκαιρία για την Ιταλία, γιατί η μεταχείριση των συνταξιούχων δεν είναι μόνο κοινωνικό θέμα, αλλά και σοβαρό οικονομικό ζήτημα.

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται ένα φαινόμενο που δεν είναι πια σπάνιο ούτε τυχαίο. Χιλιάδες Ιταλοί συνταξιούχοι αποφασίζουν να φύγουν από τη χώρα τους και να ζήσουν σε άλλα ευρωπαϊκά ή μη ευρωπαϊκά κράτη.

Δεν πρόκειται για μια επιλογή άνεσης ή πολυτέλειας, αλλά για μια αναγκαστική απόφαση που συνδέεται άμεσα με την οικονομική επιβίωση.

Οι συντάξεις στην Ιταλία συχνά δεν επαρκούν για μια αξιοπρεπή ζωή, ενώ οι φόροι, οι καθυστερήσεις πληρωμών και το αυξημένο κόστος ζωής πιέζουν όλο και περισσότερο τους ηλικιωμένους.

Πολλοί αναρωτιούνται αν αυτή η μαζική έξοδος είναι τελικά ζημιά ή όφελος για το ιταλικό κράτος. Η επίσημη απάντηση συχνά αποφεύγεται, όμως αν κοιτάξουμε τα πράγματα με απλή λογική και χωρίς ιδεολογικές παρωπίδες, προκύπτει ένα σαφές συμπέρασμα.

Όταν οι συντάξεις ξοδεύονται εκτός Ιταλίας, η ιταλική οικονομία χάνει έναν σημαντικό κύκλο κατανάλωσης και σταθερότητας.

Ο συνταξιούχος δεν είναι βάρος, όπως συχνά παρουσιάζεται. Είναι ένας σταθερός καταναλωτής.

Κάθε μήνα λαμβάνει ένα συγκεκριμένο ποσό και το ξοδεύει σχεδόν ολόκληρο για βασικές ανάγκες. Τρόφιμα, ενοίκιο, λογαριασμοί, φάρμακα, μετακινήσεις, μικρές υπηρεσίες. Όλα αυτά είναι χρήματα που κινούν την τοπική οικονομία.

Όταν όμως ο συνταξιούχος ζει σε άλλη χώρα, αυτά τα χρήματα δεν επιστρέφουν στην Ιταλία.

Ας δούμε ένα απλό και απολύτως ρεαλιστικό παράδειγμα. Ένας Ιταλός συνταξιούχος που ζει στην Ιταλία πληρώνει ΦΠΑ σε κάθε αγορά του. Πληρώνει δημοτικά τέλη, υποστηρίζει μικρά καταστήματα, φαρμακεία, αγορές της γειτονιάς.

Αντίθετα, όταν ζει στην Ελλάδα, στην Πορτογαλία ή στην Ισπανία, τα ίδια χρήματα ενισχύουν εκείνες τις οικονομίες. Η Ιταλία συνεχίζει να πληρώνει τη σύνταξη, αλλά δεν εισπράττει σχεδόν τίποτα πίσω.

Ένα ακόμη σημείο που συχνά αγνοείται είναι ο ρόλος των συνταξιούχων μέσα στην οικογένεια.

Στην Ιταλία, όπως και σε άλλες μεσογειακές χώρες, οι ηλικιωμένοι στηρίζουν οικονομικά τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Συμβάλλουν στα ενοίκια, στα σχολικά έξοδα, στην καθημερινότητα.

Αυτή η άτυπη κοινωνική βοήθεια μειώνει την πίεση στο κράτος. Όταν όμως ο συνταξιούχος αναγκάζεται να φύγει στο εξωτερικό για να επιβιώσει, αυτή η στήριξη αποδυναμώνεται ή χάνεται.

Η σύγκριση με άλλες χώρες είναι αποκαλυπτική. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, όταν μια σύνταξη πέφτει σε αργία ή Σαββατοκύριακο, συχνά καταβάλλεται νωρίτερα. Το κράτος δείχνει μια στοιχειώδη κατανόηση των αναγκών των ηλικιωμένων. Δεν πρόκειται για γενναιοδωρία, αλλά για πρακτική σκέψη. Οι συνταξιούχοι πρέπει να έχουν χρήματα για να κινηθεί η αγορά, ειδικά σε περιόδους γιορτών.

Στην Ιταλία, αντίθετα, οι πληρωμές καθυστερούν σχεδόν πάντα. Αν η πρώτη του μήνα είναι αργία, η σύνταξη έρχεται μετά. Αυτή η πρακτική μπορεί να φαίνεται μικρή λεπτομέρεια, αλλά για έναν άνθρωπο που ζει με περιορισμένο εισόδημα κάνει τεράστια διαφορά. Δημιουργεί άγχος, ανασφάλεια και την αίσθηση ότι το κράτος δεν ενδιαφέρεται.

Η Πορτογαλία αποτελεί ένα άλλο ενδιαφέρον παράδειγμα. Για χρόνια προσέφερε φορολογικά κίνητρα σε ξένους συνταξιούχους. Το αποτέλεσμα ήταν χιλιάδες Ευρωπαίοι να μετακομίσουν εκεί, φέρνοντας μαζί τους σταθερά εισοδήματα. Αυτά τα χρήματα αναζωογόνησαν περιοχές που ήταν σχεδόν εγκαταλελειμμένες. Άνοιξαν καταστήματα, δημιουργήθηκαν θέσεις εργασίας, αυξήθηκε η κατανάλωση. Το κράτος κέρδισε έμμεσα περισσότερα από όσα θα είχε χάσει άμεσα.

Η Ιταλία, όμως, ακολουθεί την αντίθετη πορεία. Αντί να δημιουργήσει συνθήκες παραμονής, κάνει τη ζωή των συνταξιούχων όλο και πιο δύσκολη. Υψηλή φορολογία, γραφειοκρατία, αβεβαιότητα και έλλειψη προσαρμογής στο πραγματικό κόστος ζωής. Όλα αυτά σπρώχνουν τους ανθρώπους να φύγουν.

Ένα από τα βασικά ζητήματα που εξηγούν γιατί το κράτος ιταλικό θεωρεί τους συνταξιούχους βάρος είναι η δημογραφική γήρανση της χώρας.

Τα τελευταία χρόνια γεννιούνται πολύ λιγότερα παιδιά από ό,τι παλαιότερα.

Οι νέοι δυσκολεύονται να αποκτήσουν οικογένεια, γιατί η εργασία σταθερού εισοδήματος έχει μειωθεί σημαντικά.

Οι συμβάσεις είναι συχνά προσωρινές ή χαμηλής αμοιβής. Έτσι, οι Ιταλοί νέοι δεν μπορούν να βάλουν τα παιδιά τους «στο δρόμο» ενός ασφαλούς μέλλοντος.

Από την άλλη πλευρά, η παρουσία των μεταναστών συχνά καλύπτει τις ανάγκες της αγοράς εργασίας. Οι μετανάστες αποδέχονται χαμηλότερες αμοιβές, περισσότερες ώρες εργασίας και μη σταθερές θέσεις, και για αυτούς το κράτος δεν χρειάζεται να προγραμματίσει μακροπρόθεσμα συντάξεις υψηλές, μειώνοντας το οικονομικό βάρος άμεσα.

Περαιτέρω, υπάρχει το ζήτημα των νέων επιστημόνων. Οι γονείς επενδύουν μεγάλα ποσά για να εκπαιδεύσουν τα παιδιά τους, να τα στείλουν σε πανεπιστήμια, να αποκτήσουν εξειδίκευση. Όμως πολλοί νέοι δεν βρίσκουν εργασία ασφαλή και καλά αμειβόμενη στην Ιταλία, αναγκάζονται να μεταναστεύσουν σε άλλες χώρες για να αξιοποιήσουν τις δεξιότητες τους.

Η Ιταλία χάνει έτσι όχι μόνο τη δουλειά τους και την παραγωγικότητά τους, αλλά και τα οικονομικά οφέλη από τις επενδύσεις που έγιναν στην εκπαίδευση τους. Γερμανία και άλλες χώρες επωφελούνται από την επιστημονική γνώση και τις δεξιότητες των Ιταλών νέων, ενώ το ίδιο το ιταλικό κράτος χάνει και οικονομικά και τεχνολογικά.

Η Ιταλία φαίνεται να μην εκτιμά επαρκώς ούτε τους νέους ούτε τους συνταξιούχους. Οι γονείς ξοδεύουν χρήματα για την εκπαίδευση των παιδιών τους, αλλά τα κέρδη από αυτά τα παιδιά εκμεταλλεύονται άλλες χώρες, όχι η χώρα που τους ανέθρεψε.

Ομοίως, οι συνταξιούχοι που έζησαν και εργάστηκαν χρόνια στην Ιταλία θεωρούνται βάρος, και οι οικονομικές τους δυνατότητες ξοδεύονται εκτός της χώρας. Αυτή η πρακτική οδηγεί σε απώλεια κοινωνικής συνοχής και οικονομικής ανάπτυξης.

Το ερώτημα παραμένει: γιατί το ιταλικό κράτος δεν θεωρεί σημαντικούς τους ίδιους τους πολίτες του, σε κάθε τομέα της ζωής; Γιατί δεν εκτιμά τα παιδιά, τους νέους επιστήμονες, τους συνταξιούχους;

Στον αντίποδα, η Γερμανία φροντίζει να ενσωματώνει τους πολίτες της στην οικονομία, να διασφαλίζει αξιοπρεπείς συντάξεις και εργασία, ώστε να επωφελείται η χώρα συνολικά από τις δεξιότητες, την κατανάλωση και την παραγωγικότητα των πολιτών της.

Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: η Ιταλία χάνει ευκαιρίες που θα μπορούσαν να ενισχύσουν την οικονομία, την τεχνολογία και την κοινωνική συνοχή της.

Οι συνταξιούχοι και οι νέοι δεν είναι βάρος, αλλά κεφάλαιο που αν αξιοποιηθεί σωστά μπορεί να φέρει σταθερότητα και ανάπτυξη.

Υπάρχουν βέβαια και όσοι υποστηρίζουν ότι η έξοδος των συνταξιούχων μειώνει την πίεση στο σύστημα υγείας και στις κοινωνικές υπηρεσίες. Αυτό είναι εν μέρει αληθές, αλλά πρόκειται για κοντόφθαλμη σκέψη. Η απώλεια κατανάλωσης, φορολογικών εσόδων και κοινωνικής συνοχής κοστίζει πολύ περισσότερο μακροπρόθεσμα.

Ένας ηλικιωμένος που ζει αξιοπρεπώς στη χώρα του είναι πιο υγιής, πιο ενεργός και λιγότερο εξαρτημένος από κρατική βοήθεια. Αντίθετα, η οικονομική πίεση οδηγεί σε περισσότερα προβλήματα υγείας και κοινωνικής απομόνωσης. Αυτά τελικά κοστίζουν στο κράτος πολύ περισσότερο από μια δίκαιη και σταθερή πολιτική συντάξεων.

Περαιτέρω, υπάρχουν πρακτικά παραδείγματα ιταλών συνταξιούχων που ζουν στην Ελλάδα και παρατηρούν σημαντική διαφορά στο καθημερινό κόστος. Οι δαπάνες για τρόφιμα, ενοίκιο και υπηρεσίες είναι συχνά μικρότερες, ενώ η ποιότητα ζωής είναι υψηλότερη. Αυτό ενισχύει την ιδέα ότι το κράτος χάνει ευκαιρίες όχι μόνο οικονομικά, αλλά και κοινωνικά.

Το ερώτημα λοιπόν παραμένει. Τι είναι πιο συμφέρον για την Ιταλία; Να κρατά προσωρινά τα χρήματα λίγες μέρες παραπάνω ή να δημιουργήσει συνθήκες ώστε οι συνταξιούχοι να ζουν, να καταναλώνουν και να στηρίζουν την οικονομία εντός της χώρας; Η απάντηση, για όποιον κοιτάζει τα δεδομένα χωρίς προκαταλήψεις, είναι ξεκάθαρη.

Η σύνταξη δεν είναι φιλανθρωπία. Είναι χρήματα που οι άνθρωποι έχουν πληρώσει σε όλη τους τη ζωή. Το πώς και πότε καταβάλλονται δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια, αλλά δείκτης σεβασμού και κοινωνικής ωριμότητας.

Ίσως ήρθε η ώρα η Ιταλία να ξαναδεί τον ρόλο των συνταξιούχων όχι ως πρόβλημα, αλλά ως ευκαιρία. Μια ευκαιρία για σταθερότητα, κατανάλωση και κοινωνική ισορροπία. Γιατί μια χώρα που διώχνει τους ηλικιωμένους της, τελικά αποδυναμώνει και το ίδιο της το μέλλον.

Επιπλέον, αν η Ιταλία αποφάσιζε να ακολουθήσει πολιτικές αντίστοιχες με αυτές της Πορτογαλίας ή της Ελλάδας, θα μπορούσε να προσελκύσει συνταξιούχους που ήδη ζουν εκτός χώρας να κρατήσει εκείνους που σκέφτονται να φύγουν. Αυτή η προσέγγιση θα είχε πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα στην οικονομία, στην κοινωνική συνοχή και στο ηθικό των ηλικιωμένων.

Η εμπειρία από άλλες χώρες δείχνει ότι η επένδυση στους συνταξιούχους δεν είναι απλώς ανθρωπιστική επιλογή, αλλά στρατηγική οικονομική κίνηση. Όσο περισσότερο οι ηλικιωμένοι έχουν οικονομική ασφάλεια, τόσο περισσότερα ξοδεύουν και τόσο πιο ενεργοί μένουν, δημιουργώντας έναν θετικό κύκλο ανάπτυξης.

Η Ιταλία έχει λοιπόν μπροστά της μια διπλή επιλογή: είτε συνεχίζει να βλέπει τους συνταξιούχους ως κόστος, με συνέπεια να χάνει χρήματα και κοινωνική σταθερότητα, είτε αναγνωρίζει την πραγματική τους αξία και τους ενσωματώνει ενεργά στην οικονομία της, με πρακτικές που θα ενισχύσουν τόσο την οικονομία όσο και την κοινωνία συνολικά.